“Ο αλυσοδεμένος ελέφαντας”

Καθώς ένας άνθρωπος περνούσε κοντά από τους ελέφαντες ενός τσίρκου, ξαφνικά σταμάτησε, απορημένος από το γεγονός ότι αυτά τα τεράστια πλάσματα κρατούνταν μόνο από ένα μικρό σχοινί δεμένο στο μπροστινό πόδι τους.
Δεν υπήρχαν ούτε αλυσίδες, ούτε κλουβιά.
Ήταν προφανές ότι οι ελέφαντες θα μπορούσαν, ανά πάσα στιγμή, να ξεφύγουν από τα δεσμά τους, αλλά για κάποιο λόγο, δεν το έκαναν.
Είδε έναν εκπαιδευτή εκεί κοντά και ρώτησε γιατί αυτά τα ζώα στέκονται απλά εκεί και δεν κάνουν καμία προσπάθεια να ξεφύγουν.
"_ Λοιπόν," είπε ο εκπαιδευτής, "όταν είναι νεαρά ελεφαντάκια και πολύ μικρότερα σε όγκο, χρησιμοποιούμε το ίδιο μέγεθος σχοινιού για να τα δέσουμε και σ εκείνη την ηλικία, αυτό είναι αρκετό για να τα κρατήσει.
Προσπαθούν απεγνωσμένα να το κόψουν και να ξεφύγουν, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να πληγώνουν το πόδι τους και να πονάνε. Σιγά σιγά, παύουν τις προσπάθειες απόδρασης, απογοητευμένα από τις αποτυχίες και τον πόνο.
Καθώς μεγαλώνουν, είναι προετοιμασμένοι να πιστεύουν ότι δεν μπορούν να ξεφύγουν. Πιστεύουν ότι το σχοινί μπορεί να τους κρατήσει ακόμα, γι 'αυτό ποτέ δεν προσπαθούν να απελευθερωθούν.”
O άνθρωπος έμεινε κατάπληκτος. Αυτά τα ζώα θα μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να απελευθερωθούν από τα δεσμά τους, αλλά επειδή πίστευαν ότι δεν θα μπορούσαν, είχαν κολλήσει εκεί που ήταν.
ΗΘΙΚΟ ΔΙΔΑΓΜΑ:
Όπως και οι ελέφαντες, πόσοι από εμάς δεν περνούν τη ζωή κρεμασμένοι από μια πεποίθηση ότι δεν μπορούν να κάνουν κάτι, απλά επειδή απέτυχαν σε αυτό μία φορά πριν;
Η αποτυχία είναι μέρος της μάθησης: Δεν πρέπει ποτέ να εγκαταλείπουμε τον αγώνα της ζωής.
Η προσπάθειά μας ενδέχεται να αποτύχει, αλλά ποτέ δεν παραλείπουμε να κάνουμε μια προσπάθεια & ΕΠΙΛΕΓΟΥΜΕ να μην αποδεχτούμε τα ψεύτικα όρια και τους περιορισμούς που δημιουργήθηκαν από το παρελθόν.
~ Από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι
"Να σου πω μια ιστορία"

Μήπως πρέπει να σε φοβούνται για να σε ακούσουν;

Κριμα, δυστυχως μαλλον αυτο ισχυει και εχω κουραστει να επιβεβαιωνομαι.

Δινεις, ξεκινας και δινεις στου ανθρωπους γιατι το νιωθεις σωστο, οχι συμφωνα με καποιον κανονα που σου περασαν οι γονεις σου, αλλα συμφωνα με το συναισθημα μεσα σου. Και οσο δινεις χαρα στον αλλο χαιρεσαι κι εσυ, ειδικα αμα βλεπεις και το χαμογελο, αμα ακους και το ευχαριστω.

Δυστυχως ομως, επειδη το εγω μας καλα κρατει μεσα μας, καμια φορα η χαρα του αλλου, ή εστω η διευκολυνση του δεν ειναι αρκετη. Σηκωνεσαι απο τη θεση σου στο λεωφορειο γιατι βλεπεις καποιον μεγαλυτερο και νιωθεις ομορφα που ξες πως θα καθησει και δε θα κουραστει να στεκεται στη διαδρομη. Κι ειναι καποιοι που σου ευχονται μια ομορφη ζωη και σου φτιαχνουν τη μερα κι αλλοι που δε γυρναν καν να σε κοιταξουν.
Αναλογως και με τα ψυχολογικα σου μπορεί και να μη σε νοιάξει καθόλου. Κατά πάσα πιθανότητα όμως θα πληγωθείς, καλά όχι βαθιά, αλλά σίγουρα θα σε τσιγκλίσει αυτή η πλήρης αδιαφορία. Δε λεω οτι ειναι σωστο, ειναι ομως ανθρωπινο. Μακαρι καποια στιγμη να κανουμε καλο και να δινουμε μονο και μονο για την διαδωση της αγαπης. Αλλά ακόμη έχουμε εγωισμό, ακόμη θέλουμε την προσοχή την αποδοχή και την επικρότηση.

Κι οταν αυτό δε συμβαίνει με τυχαία άτομα στο λεωφορείο αλλά συμβαίνει μέσα στον κλειστό σου κύκλο, ε εκεί είναι που σε πονάει περισσότερο. Είτε είναι ενας φίλος, είτε αδελφια, είτε γονεις η αδιαφορια στις προσπάθειές σου, η  επικρότηση άλλων ταυτόχρονα με αυτή την αδιαφορία και η έλλειψη εκτίμησης του εαυτού σου πληγώνει πολύ.

Κι εκεί που έχεις ξεκινήσει δίνοντας, καμιά φορά και περισσότερο από όσα μπορείς (άλλη χαζομάρα κι αυτή). Εκεί που επιθυμία άλλου ήταν και την έκανες στόχο ζωής, χωρίς καν να αναφερθεί, λες και εσύ επιθυμίες δεν είχες. Εκεί έρχεται και σε χτυπάει. Σε χτυπάει καλά και σε ξυπνάει. Όσα περισσότερα δίνεις τόσα περισσότερα θα ζητάνε, όσο περισσότερο θα είσαι εκεί τόσο λιγότερο σε εκτιμάνε.

Και τώρα;; Ξαφνικά χάνεσαι. Δεν είσαι πια εκείνο το χαλί που ήσουν. Ξεκινάς να ασχολήσε (άκου τώρα) μόνο με πράγματα που αφορούν εσένα. Και επειδή η έλλειψη των παροχών σου (όχι του εαυτού σου) είναι μεγάλη αρχίζουν διαμαρτυρίες. Άλλαξες φαίνεται... δεν είσαι η τέλεια φίλη, κόρη κτλ που ήσουν. Γιατί όμως; Σε ρώτησε κανείς γιατί; Ή απλά άρχισαν να παραπονιούνται; Αναρωτήθηκε κανείς τι είναι αυτό που σε κρατάει τόσο απασχολημένη και δεν έχεις πια χρόνο; Κι αν ξέρουν τι είναι, αναρωτήθηκαν γιατί σε νοιάζει τόσο; Πιθανότατα να πιστεψαν πως γνωρίζουν καθε μικρο κομματι της σκεψης σου και των συναισθηματων σου που δε βρηκαν λογο σε ρωτησουν για την αποψη σου. Απλα σε κατηγορησαν.

Αλλη φορα παλι, μπορει να ερθει η στιγμη που το συνειδητοποιεις κι αρχιζεις λιγο λιγο να μειωνεις αυτη την συνεχη προσφορα υπηρεσιων απλα και μονο γιατι ελπιζεις πως σε εκτιμουν για αυτο που εισαι και οχι για τα οσα κανεις. Κι ερχεται η ωρα που βλεπεις ανθρωπους γυρω σου να παιρνουν ευσημα, να ακουν λογια που δεν ακουσες ποτε για πραγματα που εκανες και ξανακανες και δεν ειπες τιποτα για αυτα.
Αυτό είναι άσχημο, πολύ ασχημό. Μένεις με ένα "γαμώτο δηλαδή!"
Τι έκανα λάθος; Δεν είμαι αρκετή; Που έφταιξα;
Σιγουρα καπου εχεις φταιξει, δεν ξερω για ολα τα σημεία αλλά ξερω σιγουρα το ενα. Δεν εκτιμισες τον χρονο και τον εαυτο σου.
Εδωσες παραπανω απο οσα ειχες, βρεθηκες εκει που δε μπορουσες, εκανες πολλα που δε μπορουσες. Οχι απο την πιεση των αλλων, αλλα απο τη διαθεση σου για προσφορα.
Και παρολο που πληγωνεσαι συνεχιζεις να δινεις καποιες φορες, να εισαι εκει που θελουν απλα επειδη το θελουν, μπας και θυμηθουν να σε εκτιμησουν. Περιμενεις την επιβεβαιωση και την επιβραβευση τους για να νιωσεις πως κατι εκανες. Δεν ειναι ομως ετσι. Εαν βγουν τετοιες συμπεριφορες απο τη ζωη σου, οχι απλα δε χανεις, κερδιζεις κιολας. Εαν βγεις εσυ απο τη ζωη τους αυτοι θα χασουν. Και δεν εννοω τη φοβερη και μοναδική προσωπικοτητα που τους κανεις την τιμη να τους μιλησεις, αλλα εννοω αυτον τον ανθρωπο της προσφορας, που θελει πανω απο ολα οι πραξεις του να βοηθουν και δημιουργουν χαμογελα.

Και τωρα; Τωρα τι κανεις; Μενεις με τη φοβερη φραση "αυτοι χανουν!";
Μακάρι να ήταν αρκετό για να συνειδητοποιησεις πως οντως αυτοι χανουν, εσυ οχι, αλλά δεν ειναι, δυστυχως. Νιωθεις την αδικια, νιωθεις να σε παραμελουν και στην τελικη νιωθεις και ηλιθιος που τα οσα εκανες δεν εχουν καμια αξια.
Ισως αν ειχες φωτογραφιες στο facebook να ειχαν μεγαλυτερη σημασία, θα μαζευαν και likes!

Και τελος, δε θελω να βγαλω την ουρα μου απ' εξω. Κι εγω πεφτω στην παγιδα του "οτι ειναι σπάνιο είναι καλύτερο, το συνηθισμένο δεν έχει μεγάλη αξία", μιας που το οξυγόνο και το νερό το μόνο που κάνουν είναι να μας δίνουν ζωή, δεν είναι δα και χρυσάφι!


Φωνάζει μέσα στη σιωπή η ευτυχία



Το μεγάλο μας το όνειρο σου εξηγώ με ένα φιλί. 
Αυτό αρκεί ούτε μεγαλα λόγια ούτε βαριές κουβέντες. 
Το όνειρο ζει στη σιωπή και ταυτόχρονα φωνάζει, φώναζει μέσα από την ευτυχία που σε κάνει να λάμπεις, χωρίς να χρειαστεί να πεις καμιά κουβέντα.

Ζήσε με αγάπη και αυτό θα βγει προς τα έξω, μην το φωνάζεις. 
Ζήσε την κάθε στιγμή με εκείνον που το νιώθεις, μην τα κάνεις όλα δημόσια και κοινά.
Υπάρχουν στιγμές χαράς που μοιράζεσαι με όλο τον κόσμο αλλά μην πέσεις στην παγίδα να ισοπεδώσεις τις δικές σου στιγμές, τις δικές σου προσωικές στιγμές, ζήσ τες εκείνη τη στιγμή στο έπακρο και μετά με όσους αγαπάς μοιράσου αυτή την ευτυχία αλλά όχι από υπερηφάνια, μόνο αν το νιώσεις πραγματικά.

Μοιράσου με στόχο να απλώσεις γύρω σου αγάπη και εκεί δε χρειάζοντα πολλά λόγια, δυο κουβέντες και ένα χαμόγελο.

Αυτό το τραγούδι με ηρεμεί με καθησυχάζει, για εσάς που διαβάζετε αυτό το κείμενο αλλά και για εκείνον που με κάνει να φωνάζω μέσα από τη σιωπή μου την ευτυχία μου.


το υπέροχο ον που αποκαλείται… ΜΗΤΕΡΑ!



Η γυναίκα μου μού πρότεινε να βγω με άλλη γυναίκα.
‘Γνωρίζεις πολύ καλά πως την αγαπάς’ μου είπε μια μέρα ξαφνιάζοντάς με.
‘Η ζωή είναι πολύ σύντομη, αφιέρωσέ της χρόνο.’
‘Μα εγώ ΕΣΕΝΑ αγαπώ’ της είπα έντονα.
‘Το ξέρω. Εξίσου όμως αγαπάς κι εκείνη.’
Η άλλη γυναίκα, την οποία η γυναίκα μου ήθελε να επισκεφθώ, ήταν η μητέρα μου, χήρα εδώ και χρόνια. Όμως οι απαιτήσεις της δουλειάς και των παιδιών με ανάγκαζαν να την επισκέπτομαι αραιά και που.’
Εκείνο το βράδυ της τηλεφώνησα και την προσκάλεσα έξω σε δείπνο και μετά για κινηματογράφο.
‘Τι συμβαίνει; Είσαι καλά;’ με ρώτησε.
Η μητέρα μου είναι από τους ανθρώπους που εκλαμβάνει ένα νυχτερινό τηλεφώνημα ή μια αναπάντεχη πρόσκληση ως αρχή κακών μαντάτων.
‘Νόμιζα πως θα ήταν καλή ιδέα να περνούσαμε λίγο χρόνο μαζί’ της απάντησα. ‘Οι δυο μας μόνοι… Τί λες;’
Σκέφθηκε λιγάκι και απάντησε: ‘Θα το ήθελα πολύ.’
Εκείνη την Παρασκευή, καθώς οδηγούσα μετά το γραφείο για να πάω να την πάρω, αισθανόμουν περίεργα. Ήταν ο εκνευρισμός που προηγείται ενός ραντεβού… Και πώς τα φέρνει η ζωή, όταν έφθασα στο σπίτι της, παρατήρησα πως και η ίδια ήταν φοβερά συγκινημένη!
Με περίμενε στην πόρτα φορώντας το παλιό καλό παλτό της, είχε περιποιηθεί τα μαλλιά της και ήταν ντυμένη με το φόρεμα με το οποίο είχε εορτάσει την τελευταία επέτειο του γάμου της. Το πρόσωπό της χαμογελούσε, ακτινοβολούσε φως, όπως το πρόσωπο ενός αγγέλου.
‘Είπα στις φίλες μου ότι θα βγω με το γιο μου και όλες τους συγκινήθηκαν’ μου είπε καθώς έμπαινε στο αυτοκίνητό μου. ‘Δεν μπορούν να περιμένουν μέχρι αύριο για να μάθουν τα πάντα για τη βραδυνή έξοδό μας.’
Πήγαμε σε ένα εστιατόριο όχι από τα καλά, αλλά με ζεστή ατμόσφαιρα. Η μητέρα μου με έπιασε από το μπράτσο σαν να ήταν ΄Η Πρώτη Κυρία της χώρας.΄
Μόλις καθήσαμε, έπρεπε εγώ να της διαβάσω τον κατάλογο με τα φαγητά. Το μόνο που ΄έπιαναν΄ τα μάτια της ήταν κάτι μεγάλες φιγούρες.
Μόλις έφθασα στη μέση του καταλόγου, σήκωσα το πρόσωπό μου. Η μαμά μου καθόταν στην άλλη άκρη του τραπεζιού και με χάζευε. Ένα νοσταλγικό χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της.
‘Εγώ ήμουν αυτή που σου διάβαζε τον κατάλογο, όταν ήσουν μικρός, θυμάσαι;’
‘Ήρθε η ώρα, λοιπόν, να ξεκουραστείς και να μου επιτρέψεις να σου ανταποδώσω τη χάρη’ απάντησα.
Κατά τη διάρκεια του γεύματος είχαμε μια ευχάριστη συζήτηση, τίποτα το εξαιρετικό, απλά το πώς περνάει ο καθένας μας κάθε μέρα.
Μιλούσαμε για ώρες, που τελικά χάσαμε την ταινία στον κινηματογράφο.
‘Θα βγω μαζί σου την επόμενη φορά, αν μου επιτρέψεις να κάνω εγώ την πρόταση’ μου είπε η μητέρα μου καθώς την επέστρεφα στο σπίτι. Την φίλησα, την αγκάλιασα.
‘Πώς πήγε το ραντεβού;’ θέλησε να μάθει η γυναίκα μου μόλις μπήκα στο σπίτι εκείνο το βράδυ.
‘Πολύ όμορφα, σ΄ευχαριστώ. Περισσότερο κι απ΄ό,τι περίμενα.’ της απάντησα.
Μερικές μέρες αργότερα η μητέρα μου ΄έφυγε΄ από ανακοπή της καρδιάς. Όλα συνέβησαν τόσο γρήγορα, δεν μπόρεσα να κάνω τίποτα.
Λίγο καιρό μετά, έλαβα έναν φακέλο από το εστιατόριο όπου είχαμε δειπνήσει η μητέρα μου κι εγώ. Μέσα είχε ένα σημείωμα που έγραφε:
‘Το δείπνο είναι προπληρωμένο. Ήμουν σχεδόν βέβαιη πως δεν θα μπορούσα να παρευρεθώ, κι έτσι πλήρωσα για δύο άτομα, για σένα και τη σύζυγό σου. Δεν θα μπορέσεις ποτέ σου να αισθανθείς τί σήμαινε εκείνη η βραδιά για μένα. Σε αγαπώ!’
Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα τη σπουδαιότητα του να είχα πει εγκαίρως ‘ΣΕ ΑΓΑΠΩ’.
Συνειδητοποίησα ακόμη τη σπουδαιότητα του να δίνουμε στους αγαπημένους μας το χρόνο που τους αξίζει. Τίποτα στη ζωή δεν είναι και δεν θα είναι πιο σημαντικό από την οικογένεια σου. Αφιέρωσε χρόνο σ΄αυτούς που αγαπάς, γιατί αυτοί δεν μπορούν να περιμένουν.

ένα ποστ που διάβασα και μ άρεσε πολύ!

Για σένα παππού, μ ακούς?



       Παππού? ακούς? θα με ξυπνήσει... σφίξε με στην αγκαλιά σου και συμβούλεψέ με όσο πιο γρήγορα μπορείς... μ ακούς? κάνε το γρήγορα... σ αγαπάω παππού... Εσύ μ αγαπάς αληθινάάά... ποτέ δεν μου ζήτησες ούτε απαιτούσες κάτι... ξέρεις γιατί? γιατί με αγαπούσες... όποιος αγαπά δεν ζητά, δεν απαιτεί.... όποιος αγαπά δεν αλλάζει τον άλλον…όποιος αγαπά προσφέρει...κ σου πρόσφερα την αγάπη μου... αυτό που ήθελες άλλωστε... σ άρεσε να σου δίνω καραμελιτσες, κρουασάν μαζί με ένα γλυκό φιλί.... σαν μικρό παιδάκι κ εσύ...Πέρασε ένας χρόνος παππού που έχω να σε δω από κοντά, να ψηλαφίσω το πρόσωπό σου, να παίξω κρυφτό στην αγκαλιά σου... ναι, πέρασε και ακόμη δεν το πιστεύω... δεν μπορώ να πιστέψω ότι σε έχασα...., ότι χαθήκαμε... όχι δε μπορώ....δε μπορώ να ξεχάσω ότι σα σήμερα τέσσερις και κάτι το πρωί χτύπησε το τηλέφωνο και ήξερα ότι κάποιο κακό συνέβη… ήξερα ότι ήταν θάνατος…. Ο θάνατός σου….το ήξερα παππού… άρχισα να κλαίω με το που χτύπησε το τηλέφωνο…. ήθελα να τρέξω να σε δω, τόσο γρήγορα όπως τα δάκρυα μου…Δεν είσαι εδώ, δεν είσαι να σε βλέπω αυτές τις μέρες που γύρισα….δεν είσαι…ζεις αλλού …. ψηλά πολύ ψηλά… καθημερινά ζεις μέσα μου... στον ύπνο μου έρχεσαι συνεχώς σα μια γλυκιά μορφή σα να θες να μου δώσεις αυτό που μου στερούν οι γύρω μου, σα να με ξυπνάς μέσα στον ύπνο μου... πολλές φορές στεναχωριέμαι γιατί δεν σ’ έχω…. Αλλά τι να κάνω? Δεν μπορώ να το πω… όλοι λένε θα περάσει κ άντε συνεννοήσου μετα… όχι παππού για μένα οι άνθρωποι δεν περνάνε, δεν είναι τρένα διερχόμενα που χάνουν τον προορισμό τους… για μένα οι άνθρωποι νιώθουν…. Για μένα οι άνθρωποι ζουν μέσα μας, ποτέ δεν ξεχνιούνται…  αλλά ξέρεις τι διαπίστωσα? Οι άνθρωποι ξεχνάνε το καλό και θυμούνται το κακό… αυτό που μ έμαθες να μην κάνω, παππού... με πληγώνει, όταν το κάνουν άλλοι… δεν είμαι μηδενικό, αλλά από το μηδέν  ξεκίνησα τη μέρα που ήρθα στη ζωή… πώς να σε ξεχάσω όταν με έμαθες να εκτιμάω? Πώς? Πώς να ξεχάσω όλον αυτόν τον ‘Γολγοθά’ της ταφής σου? Του θρήνου? Της σιωπής? Τη συννεφιασμένη και βροχερή εκείνη μέρα? Τα περιστέρια που στάθηκαν στο σπίτι? Μέσα μου σε θρηνώ, σε θρηνώ γιατί αυτό είναι το καλύτερο.. να υπάρχεις μέσα μου... άλλωστε δεν είναι τα μαύρα ρούχα που σε κάνουν να θρηνήσεις ο,τι έχασες...

     Σ’ αγαπάω παππού, σ’ αγαπάω και μου λείπεις, περιμένω την μέρα που θα συναντηθούμε και τότε θα είμαι χαρούμενη, πολύ χαρούμενη… έλα να με βρεις, αλλιώς περίμενέ με,   θα έρθω εγώ!!


Ζήτα μου ό,τι θες


Αγαπημένε μου! Πόσο ευτυχισμένη με κάνεις.
Η ζωή σου, ζωή μου και η δική μου, δική σου.

Πόσο όμορφο είναι να έχεις κάποιον να αγαπάς και να σε αγαπάει, να είναι δίπλα σου σε όλα γιατί αλλιώς δεν είναι ζωή.

Μου είπες πως είσαι ευτυχισμένος, συνειδητοποίησες πως δεν μπαίνουμε "ολοκληρωμένοι" στη σχέση, αλλά πληγωμένοι, πληγωμένοι βαθιά. Μα δεν είμαστε μαζί για να θεραπεύσουμε μονόπλευρα ο ένας τον άλλο. Είμαστε εδώ μαζί, για να δίνουμε ένα γλυκό φιλί στην πληγή και σιγά σιγά να βοηθάμε τον άνθρωπό μας να ολοκληρώνεται.

Είσαι φως! Φως δυνατό που μου δείχνει επιλογές και τις δυνατότητες μου. Που φωτίζεις όλους γύρω σου. Φως μέσα μου που κάθε στιγμή με κάνει να χαμογελάω και να βουρκώνω από την ένταση του. Να με φωτίζεις... Φως μου.

Μαζί σου μαθαίνω τόσα πολλά! Πως ο εαυτός μου, η ψυχή μου αξίζει πολλά, και βασικότερο από όλα να φανερωθεί. Να αρχίσει να ξεδιπλώνεται μαζί με τη δική σου, όχι παράλληλα, μαζί.
Πως καμία αξία δεν έχει το ωραίο αν δεν το μοιράζεσαι, όχι με όλο τον κόσμο, με αυτούς που σε αγαπάνε.

Κι αυτή η λέξη; Πόσο σημαντική για σένα... Με αγαπάς;
Κι εγώ πως νιώθω δίπλα σου ο πιο σημαντικός άνθρωπος στον κόσμο; Αν αυτό δεν το καταφέρνει η αγάπη, τότε ποιος;

Αγαπημένε μου, μαζί σου θέλω τη ζωή, αφού μαζί σου την μαθαίνω και είναι τόσο όμορφη.
Να μου μιλάς και να με κρατάς στην αγκαλιά σου. Κι αν αυτό δεν είναι αγάπη, τότε δεν ξέρω τι είναι.

Κι εγώ που μένω;




Το να μην έχεις μια βάση μπορεί να ακούγεται αρκετά απλό, από τη στιγμή που έχεις ένα κρεβάτι να κοιμηθείς, μία στέγη πάνω από το κεφάλι σου, τι άλλο χρειάζεσαι; Ε λοιπόν δεν είναι τόσο απλό.
Όταν δεν έχεις βάση είσαι ασταθής, όταν είσαι ασταθής δε μπορείς να ξεκινήσεις τίποτα με γερά θεμέλια, έτσι καταλήγεις να αναβάλλεις τα πάντα.

Δεν ξέρω αν είστε ή αν γνωρίζετε παιδί χωρισμένων γονιών, αλλά θα σας πω κάτι από την εμπειρία μου, το πρόβλημα δεν ξεκινάει και τελειώνει μαζί με την ολοκλήρωση της διαδικασίας του διαζυγίου.
Είναι τόσα πολλά που ακολουθούν και που ίσως έχουν προηγηθεί αφού έφτασαν δυο άνθρωποι στο σημείο να διαλύσουν μια οικογένεια.

Ένα από τα πολλά, στο οποίο θέλω να επικεντρωθώ τώρα είναι το σπίτι. Πολλά παιδιά μεγαλώνουν με έναν γονιό εξ΄ολοκλήρου και δεν βλέπουν τον άλλο, παρά μόνο ελάχιστες φορές. Άλλα προσπαθούν να ισορροπήσουν την κατάσταση και μοιράζονται στα δύο. Επειδή ανήκω στην δεύτερη κατηγορία λέω να αναφερθώ σε αυτό, χωρίς αυτό να σημαίνει πως θεωρώ το πρώτο εύκολο.

Ζούσα χρόνια με τη μαμά μου και τη μεγαλύτερη αδελφή μου, και όπως σε όλες τις οικογένειες και ειδικά τις μονογονικές υπήρχαν δυσκολίες. Όταν έφτασα 18, η αδελφή μου 21, φύγαμε και πήγαμε στο σπίτι του μπαμπά μου.
Αυτό ακριβώς είναι και το θέμα, το σπίτι είναι του μπαμπά μου. Και εφόσον φύγαμε από εκεί που μέναμε το σπίτι έγινε της μαμάς μου.

Μπορεί να ακούγομαι υπερβολική, αλλά το να μη ζεις πουθενά σε βάζει σε μία ανισόρροπη κατάσταση, όπως είπα πριν δεν ξεκινάς τίποτα, ζεις μία αναβολή.

Το σπίτι που μένεις είναι αλλουνού και τα όσα γίνονται εκεί, στο σαλόνι, στην κουζίνα, στο δωμάτιο "σου" -ναι, και εκεί- περνάνε από αυτόν τον άλλο. Από το τι σεντόνι θα βάλεις μέχρι και το τι θα στολίσεις για τα Χριστούγεννα. Έχεις μόνο υποχρεώσεις, να καθαρίζεις όσα κάνεις, με τον τρόπο του άλλου φυσικά και να υπακούς σε κάθε προτίμησή του. 

Είναι κουραστικό, εξουθενωτικό, ψυχοφθόρο. Σου τραβάει την ενέργεια και σε κάνει κομμάτια, δεν είσαι ελεύθερος, ζεις στο πουθενά, και αυτό το πουθενά μπαίνει μέσα σου και μένει εκεί, παίρνει τη θέση τόσων άλλων πραγμάτων που σου αρέσουν και που αγαπάς.  Γίνεται τρόπος σκέψης και ζωής, η αναβολή στην αναβολή βάζει τη ζωή σου σε μία στατικότητα, δε συμβαίνει τίποτα κι εσύ βγαίνεις ένα ράκος από όλο αυτό.

Και δε συμβαίνει τίποτα...